- συμμεταμορφώσας
- συμμεταμορφώσᾱς , σύν , μετά-ἀμορφόωdisfigureaor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic)συμμεταμορφώσᾱς , σύν , μετά-μορφάωpres part act fem acc pl (attic epic doric ionic)συμμεταμορφώσᾱς , σύν , μετά-μορφάωpres part act fem gen sg (doric)συμμεταμορφώσᾱς , σύν , μετά-μορφάζωgesticulatefut part act fem acc pl (attic epic doric ionic)συμμεταμορφώσᾱς , σύν , μετά-μορφάζωgesticulatefut part act fem gen sg (doric)συμμεταμορφώσᾱς , σύν-μεταμορφόωtransformaor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic)συμμεταμορφώσᾱς , σύν-μεταμορφόωtransformaor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.